Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στιβιλίς
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στιάζω
στιβάδειον
στιβαδεύω
στιβάδιον
στιβαδοκοιτέω
στιβαδοποιέομαι
στιβαδοποιέω
στιβάζω
στιβαρηδόν
στιβαρός
στιβαρότης
στιβαρῶς
στιβάς
στίβασις
στιβδός
στιβεία
στιβεῖον
στιβεύς
στιβευτής
στιβεύω
στιβέω
στίβη
στιβήεις
στίβι
στιβία
στιβιάω
στιβίζομαι
στιβίζω
στιβίη
στιβική
στιβιλίς
στίβος
στίβω
Στίβων
στιγεύς
στίγμα
στιγμαῖος
στιγματηφορέω
στιγματηφόρος
στιγματίας
στιγματίζω
στιγματοφόρος
στιγμή
στιγμιαῖος
στιγμικός
στιγμός
στίγος
στίγων
στιγών
στίζω
στικτέον
στικτέος
στίκτης
στικτόπους
στικτός
στικτόχροος
στικτόχρους
στῖλα
στιλβαῖος
στιλβάς
στίλβη
…
στιβιλίς
Save
LSJ
στιβιλίς, ίδος, ἡ, in pl., =
φῷδες,
Sch.
Ar.
Pl.
535.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}