Στησίλαος Save Στησίλαος, Stesilaus Bailly 2024 Στησί·λαος, ου (ὁ) [ᾱ] Stèsilaos, h. Plat. Lach. 183c ; Plut. Them. 3, etc. || ➳ Ion. Στησίλεως, Hdt. 6, 114. Étym. ἵστημι, λαός.