στήσιος
στήσιος, Stator
στήσιος, ὁ, (ἵστημι) Ζεὺς Σ., = Lat. Jupiter Stator, Plu. Cic. 16; cf. Ἐπιστάσιος.
στήσιος, ὁ,
στῆναι
- Ζεὺς Στ. Jupiter Stator, Plut.
στήσιος, Stator