Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στωμυλλάομαι
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στυφότης
στυφρός
στύφω
στυφώδης
Στύφων
στυφωνία
στῦψις
στύψις
στύω
στῳά
στωά
Στώαξ
στῶαξ
στῴδιον
στωΐδιον
στωϊκεύομαι
στωϊκός
Στωϊκός
στωΐς
στώμιξ
στωμοδόκον
στωμυλεύομαι
στωμυλεύω
στωμυλέω
στωμυλήθρα
στωμυλήθρας
στωμυλήθρης
στωμύληθρος
στωμυλία
στωμυλιοσυλλεκτάδης
στωμυλλάομαι
στωμύλλω
στώμυλμα
στωμύλος
στωνευμέναν
σύ
συ
συάγρειος
συαγρεσία
συαγρευτής
συαγριόμορφος
συάγριος
συαγρίς
σύαγρος
Σύαγρος
συαγρώδης
σύαγχος
συαγών
σύαινα
συάκιν
συανία
σῦαξ
σύαξ
σύαρον
συάς
συβαλής
συβάλλας
σύβαξ
Συβάρειος
συβαριασμός
Συβαρίζω
…
στωμυλλάομαι
Save
Pape
στωμυλλάομαι
, f. L. statt στωμύλλω, Ar.
Th
. 1073.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}