στωμυλεύομαι Save LSJ Bailly 2024 στωμῠλ-εύομαι, Med., = στωμύλλομαι, Alciphr. 2.2; τι περί τινος Phot. Bibl. p.415B. στωμυλεύομαι [ῠ] c. στωμύλλω, Alciphr. 2, 2 ; Clém. 297.