στωμυλήθρα
στωμῠλ-ήθρα, ἡ,
- = στωμυλία, Numen. ap. Eus. PE 14.7; στωμυλλήθρα, Phryn. PS p.5 B.
στωμυλήθρα, ας (ἡ) volubilité de parole, bavardage, Numén. (Eus. 3, 1209 Migne) etc.
Étym. στωμύλος, cf. les suiv.