στυφωνία Save LSJ Bailly 2024 στυφωνία, ἡ, = στοιχάς, Ps.-Dsc. 3.26; but τυφωνία is prob., v. Apul. Herb. 42. στυφωνία, ας (ἡ) c. στοιχάς, Diosc. Noth. 3, 31.