συγκαταφαγεῖν Save LSJ Bailly 2024 Pape συγκατα-φᾰγεῖν, aor. inf. of συγκατεσθίω. συγ·καταφαγεῖν, inf. ao. 2 de συγκατεσθίω. συγκαταφαγεῖν, aor. zu συγκατεσθίω.