Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συγκατασύρω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συγκαταποντόω
συγκαταπράσσω
συγκαταπρήθω
συγκαταριθμέω
συγκαταριθμητέον
συγκαταρράπτω
συγκαταρρέω
συγκαταρριπτέω
συγκαταρρίπτω
συγκατάρχομαι
συγκατάρχω
συγκατασβέννυμι
συγκατασείομαι
συγκατασήπω
συγκατασιτέομαι
συγκατασκάπτης
συγκατασκάπτω
συγκατασκεδάζω
συγκατασκεδάννυμι
συγκατασκευάζω
συγκατασκηνόω
συγκατασκήνωσις
συγκατασκήπτω
συγκατάσπασις
συγκατασπάω
συγκατασπείρω
συγκαταστασιάζω
συγκατάστασις
συγκαταστρέφω
συγκατασύρομαι
συγκατασύρω
συγκατασφάζω
συγκατασχηματίζομαι
συγκατασχηματίζω
συγκατασχίζω
συγκατατάσσω
συγκατατάττω
συγκατατεθειμένως
συγκατατείνω
συγκατατήκομαι
συγκατατήκω
συγκατατίθημι
συγκατατρέχω
συγκατατρίβω
συγκατατρώγω
συγκαταφαγεῖν
συγκαταφέρω
συγκαταφεύγω
συγκαταφθείρω
συγκαταφλέγω
συγκαταφονεύω
συγκαταφρονέω
συγκατάφυρτος
συγκαταχράομαι
συγκαταχώννυμι
συγκαταχωρίζω
συγκαταψεύδομαι
συγκαταψηφίζομαι
συγκαταψηφίζω
συγκαταψύχω
συγκατέδομαι
…
συγκατασύρω
Save
Bailly 2024
συγ·κατασύρω
[
ῡ
prés.,
ῠ
fut.
] entraîner
ou
ôter avec,
Phil.
2, 666
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}