συγκαταφθείρω
συγκαταφθείρω, lose together
συγκατα-φθείρω,
- lose together, Plb. 9.26.6.
συγ·καταφθείρω, détruire ou perdre ensemble, Pol. 9, 26, 6.
συγκαταφθείρω, mit verderben, τοὺς στρατιώτας, Pol. 9.26.6.