συμμεταίτιος
συμμεταίτιος, contributing jointly
συμμετ-αίτιος, ον,
- contributing jointly, πρός τι Pl. Ti. 46e.
συμ·μεταίτιος, ος, ον, c. συναίτιος, Plat. Tim. 46e.
συμμεταίτιος, wie μεταίτιος, mitschuldig, Mitursache ; τὰ τῶν ὀμμάτων ξυμμεταίτια πρὸς τὸ σχεῖν τὴν δύναμιν, Plat. Tim. 46e.