συμμειρακιώδης
συμμειρακιώδης, altogether childish
συμμειρᾰκιώδης, ες,
- altogether childish, Lucil. Fr. [5].187 Marx (dub.).
συμ·μειρακιώδης, ης, ες [ᾰ] tout à fait juvénile, Lucil. (A. Gell. 18, 8).
συμμειρακιώδης, ες, zugleich od. ganz kindisch, Lucill. bei. Gell. N.A. 18.8.