About Report a problem

Menu

συμμελής

συμμελής, in time

συμμελής, ές,
  • in time, κρότος ἐμμελὴς καὶ σ. Ael. NA 5.13; τῷ ποδὶ κρούων συμμελές Philostr. Im. 1.10: metaph., σ. λόγοις Ael. NA 9.29. Adv. Sup. -έστατα accurately, διαγνῶναι Gal. 18(1).297.

Saved

Recent