συμπερίπολος
συμπερίπολος, fellow
συμπερί-πολος, ὁ,
- fellow-περίπολος, Philol. 71.92 (Phocis, pl.), cf. Them. Or. 13.165b.
συμ·περίπολος, ου (ὁ) compagnon, Thém. 449.