συναγυρτός
συναγυρτός, collected
συνᾰγυρ-τός, όν,
- collected, ὕδωρ σ., opp. πηγαῖον, Pl. Lg. 845e.
συναγυρτός, ός, όν [ᾰ] recueilli, Plat. Leg. 845e.
Étym. συναγείρω.
συναγυρτός, gesammelt, ὕδωρ εἴτε πηγαῖον εἴτε συναγυρτόν, Plat. Legg. VIII.745e.