συνδεσμικός
συνδεσμικός, conjunctive
συνδεσμ-ικός, ή, όν,
- conjunctive, A.D. Conj. 235.5, al.
συνδεσμικός, ή, όν, zum Verbinden geschickt, verbindend ; ἐπίρρημα, Konjunktion, Scholl.
συνδεσμικός, conjunctive