συνδιαγίγνομαι
συνδιαγίγνομαι, to be contemporary with
συνδια-γίγνομαι,
- to be contemporary with, Πλάτωνος δόγμασιν Gal. Phil.Hist. 3.
συνδιαγίγνομαι, (γίγνομαι), mit aushalten, bleiben, Schol. Ar. Th. 19.