συνεκτροχάζω
συνεκτροχάζω, compete
συνεκ-τροχάζω,
- compete, πρὸς τὸν ὅμοιον ζῆλον τῆς ἀρετῆς Ath.Mitt. 31.431 (Galata, ii B.C.).
συνεκτροχάζω, compete