συνεκχυλίζω Save LSJ συνεκ-χῡλίζω, in Pass., have the juice squeezed out with, κάρυα . . -ιζόμενα μετὰ τῆς κέγχρου ῥόφημα γένοιτο ἂν τοῖς πυρέσσουσι Dieuch. ap. Orib. 4.7.17.