συνεξεργάζομαι
συνεξεργάζομαι, destroy together
συνεξ-εργάζομαι,
- destroy together, τινάς τισι Aristid. 1.412J.
συν·εξεργάζομαι, achever ou détruire avec, Arstd. t. 1, 412.
συνεξεργάζομαι, destroy together