συνεξιάομαι Save συνεξιάομαι, heal together LSJ Bailly 2024 συνεξ-ιάομαι, heal together, τὰς ὀδύνας Gal. 10.820. συν·εξιάομαι-ῶμαι, guérir en même temps, Gal. 10, 276.