συνεπιτροχάζομαι
συνεπιτροχάζομαι, to be hurried along with
συνεπι-τροχάζομαι, Pass.,
- to be hurried along with, τῇ σπουδῇ τινος Eust. 1719.14.
συνεπιτροχάζομαι, to be hurried along with