συνυπόληψις
συνυπόληψις, support, relief
συνυπό-ληψις, late Dor. -λᾱμψις, εως, ἡ,
- support, relief, τᾶς πόλεως IG 5(1).1146.21 (Gytheum, i B.C.).
συνυπόληψις, support, relief