σχεδιαστικῶς
σχεδιαστικῶς, off-hand, hastily
σχεδιασ-τικῶς, Adv.
- off-hand, hastily, Eust. 836.38.
σχεδιαστικῶς, adv., aus dem Stegreif, nachlässig, obenhin, Eust. p. 771.3.
σχεδιαστικῶς, off-hand, hastily