σωκάριον
σωκάριον, = σχοινίον
σωκάριον, τό,
- = σχοινίον, Hero *Geom. 4.11, dub. l. in Gp. 20.42.
σωκάριον, ου (τὸ) c. σχοινίον, Geop. 20, 42 ; Héron Geod. 4, p. 141.
σωκάριον, τό, = σχοινίον, Hero in Math. vett.