Σωκρατίδιον
Σωκρατίδιον, dear little Socrates
Σωκρατίδιον, ου (τὸ) [ᾰῐδ] (mon) bon Socrate, Ar. Nub. 222, etc.
Étym. Σωκράτης.
Σωκρατίδιον, τό, dim. von Σωκράτης, Ar. Nub. 223.
Σωκρατίδιον
Dim. from Σωκράτης (ᾰ)
Σωκρατίδιον, ου, τό,
- dear little Socrates, Ar.