σωληνοθήρας
σωληνοθήρας, one who fishes for the σωλήν 5
σωληνο-θήρας, ου, ὁ,
- one who fishes for the σωλήν 5, Phaenias ap. Ath. 3.90f.
σωληνο·θήρας, ου (ὁ) [ᾱ] c. σωληνιστής, Ath. 90e.
Étym. σωλήν, θηράω.
σωληνοθήρας, ὁ, der Fischer, der die Meermuschel σωλήν fängt, Ath. III.90e.