σωληνωτός
σωληνωτός, like a σωλήν
σωληνωτός, ή, όν,
- like a σωλήν, ὑφάσματα Lyd. Mag. 2.4 (= Lat. tubulamenta).
σωληνωτός, nach Art eines σωλήν, wie eine Rinne, Röhre gemacht (?).