σῶμα
σῶμα, σῶμα, σώματος, τό, body
- body of man or beast, but in Hom., as Aristarch. remarks (v. Apollon. Lex.), always dead body, corpse (whereas the living body is δέμας), ὥς τε λέων ἐχάρη μεγάλῳ ἐπὶ σώματι κύρσας Il. 3.23, cf. 18.161; ς. δὲ οἴκαδʼ ἐμὸν δόμεναι πάλιν 7.79; σ. κατελείπομεν ἄθαπτον Od. 11.53; ὦν . . σώματʼ ἀκηδέα κεῖται 24.187; so also in Hes. Sc. 426, Simon. 119, Pi. O. 9.34, Hdt. 7.167, Posidon. 14 J., Ev.Marc. 15.43, etc.; τὸ σ. τοῦ τεθνεῶτος Pl. R. 469d, cf. Grg. 524c, D. 43.65; σ. νεκρόν POxy. 51.7 (ii A.D.); νεκρὸν σ. Gal. 18(2).93, cf. νεκρός II 1; μέγιστον σ. . . σποδοῦ, = σ. μέγιστον ὃ νῦν σποδός ἐστι, S. El. 758; also later, Wilcken Chr. 499 (ii/iii A.D.).
- 2 the living body, Hes. Op. 540, Batr. 44, Thgn. 650, Pi. O. 6.56, P. 8.82, Hdt. 1.139, etc.; δόμοι καὶ σώματα A. Th. 896 (lyr.); γενναῖος τῷ σ. S. Ph. 51; εὔρωστος τὸ σ. X. HG 6.1.6; τὸ σ. σῴζειν or -εσθαι save oneʼs life, D. 22.55, Th. 1.136; διασῴζειν or -εσθαι Isoc. 6.46, X. An. 5.5.13; περὶ πολλῶν σ. καὶ χρημάτων βουλεύειν Th. 1.85; περὶ τοῦ σ. ἀγωνίζεσθαι for oneʼs life, Lys. 5.1; ἔχειν τὸ σ. κακῶς, ὡς βέλτιστα, etc., to be in a bad, a good state of bodily health, X. Mem. 3.12.1, 3.12.5.
- 3 body, opp. spirit (εἴδωλον), Pi. Fr. 131; opp. soul (ψυχή), Pl. Grg. 493a, Phd. 91d; τὰ τοῦ σ. ἔργα bodily labours, X. Mem. 2.8.2; αἱ τοῦ σ. ἡδοναί, αἱ κατὰ τὸ σ. ἡδ., ib. 1.5.6, Pl. R. 328d; τὰ εἰς τὸ σ. τιμήματα bodily punishments, Aeschin. 2.139; τὰ εἰς τὸ σ. ἀδικήματα PHal. 1.193 (iii B.C.) .
- 4 animal body, opp. plants, Pl. R. 564a (pl.); but of plants, 1 Ep.Cor. 15.38.
- 5 civic rights (like Lat. caput), Lys. 23.12; ἄτιμοι τὰ σ. And. 1.74; μέρος ἠτιμῶσθαι τοῦ σ. D. 51.12.
- 6 in NT, of the sacramental body of Christ, τοῦτό ἐστι τὸ σ. μου Ev.Matt. 26.26, cf. 1 Ep.Cor. 10.16.
- b of the body of Christʼs church, οἱ πολλοὶ ἓν σ. ἐσμεν ἐν Χριστῷ Ep.Rom. 12.5; ἡ ἐκκλησία ἥτις ἐστὶ τὸ σ. [τοῦ Χριστοῦ] Ep.Eph. 1.23.
- II periphr., ἀνθρώπου σ. ἓν οὐδέν, = ἄνθρωπος οὐδὲ εἷς, Hdt. 1.32; esp. in Trag., σῶμα θηρός, = θήρ, S. OC 1568 (lyr.); τεκέων σώματα, = τέκνα, E. Tr. 201 (lyr.); τὸ σὸν σ., = σύ, Id. Hec. 301; rarely in sg. of many persons, σῶμα τέκνων Id. Med. 1108 (anap.).
- 2 a person, human being, τὰ πολλὰ σ., = οἱ πολλοί, S. Ant. 676; λευκὰ γήρᾳ σ. E. HF 909 (lyr.); σ. ἄδικα Id. Supp. 223, cf. Pl. Lg. 908a, PSI 4.359.9 366.7 (iii B.C.), etc.; ἑκάστου τοῦ σώματος, IG 1(2).22.14; κατὰ σῶμα per person, PRev.Laws 50.9 (iii B.C.); καταστήσαντες τὸ σ. ἀφείσθωσαν τῆς ἐγγύης PMich.Zen. 70.12 (iii B.C.); ἐργαζομένη αὑτῇ τῷ ἰδίῳ σ. working for herself, earning her own living, PEnteux. 26.7 (iii B.C.); τὰ φίλτατα σ., of children, Aeschin. 3.78; freq. of slaves, αἰχμάλωτα σ. D. 20.77, IG 12(7).386.25 (Amorgos, iii B.C.), SIG 588.64 (Milet., ii B.C.), etc.; οἰκετικὰ σ. Lex ap. Aeschin. 1.16, cf. SIG 633.88 (Milet., ii B.C.); δοῦλα Poll. 3.78; ἐλεύθερα σ. X. HG 2.1.19, Plb. 2.6.6, etc.; later, σῶμα is used abs. for a slave, PHib. 1.54.20 (iii B.C.), Plb. 12.16.5, Apoc. 18.13, etc.; σ. γυναικεῖον, ᾇ ὄνομα . . GDI 2154.6 (Delph., ii B.C.); a usage censured by Poll. l.c. and Phryn. 355; also of troops, τὴν τῶν σ. σύνταξιν Aen.Tact. 1.1; μηχανήμασιν ἢ σώμασιν ἐναντιοῦσθαι ὧδε Id. 32.1.
- III generally, a body, i.e. any corporeal substance, δεῖ αὐτὸ (sc. τὸ ὄν) σ. μὴ ἔχειν Meliss. 9; ἢ μέγεθός ἐστιν ἢ σ. ἐστιν Gorg. 3; σ. ἄψυχον, ἔμψυχον, Pl. Phdr. 245e, cf. Plt. 288e, Arist. Ph. 265b29, al.; ὁ λίθος σ. ἐστι Luc. Vit.Auct. 25; φασὶν οἱ μὲν σ. εἶναι τὸν χρόνον, οἱ δὲ ἀσώματον S.E. M. 10.215; κυκλικὸν σ., of one of the spheres, Jul. Or. 5.162b, al.; τὸ πέμπτον σ. the fifth element, Philol. 12, Placit. 1.3.22, Jul. Or. 4.132c; metallic substance, Olymp. Alch.p.71 B.
- 2 Math., figure of three dimensions, solid, opp. a surface, etc., Arist. Top. 142b24, Metaph. 1020a14, al.
- IV the body or whole of a thing, esp. of complete parts of the body, τὸ σ. τῶν νεφρῶν Id. HA 497a9; τὰ σ. τῶν αἰσθητηρίων Id. GA 744b24; τὸ σ. τῆς γαστρός, τῆς κοιλίας, Gal. 15.667,806; σ. παιδοποιόν Ael. NA 17.42: generally, the whole body or frame of a thing, ὑπὸ σώματι γᾶς A. Th. 947 (lyr.); τὸ σ. τοῦ παντός, τοῦ κόσμου, Pl. Ti. 31b. 32c; ὕδωρ, ποταμοῦ σ. Chaerem. 17; τὸ σ. τῆς πίστεως the body of the proof, i.e. arguments, Arist. Rh. 1354a15; τῆς λέξεως Longin. Rh. p.188 H.; of a body of writings, Cic. Att. 2.1.4; text of a document, opp. ὑπογραφή, BGU 187.12 (ii A.D.), cf. PFay. 34.20 (ii A.D.); of a will, POxy. 494.30 (ii A.D.).
- 2 ξύλα σώματα logs, opp. κλάδοι, POxy. 1738.3 (iii A.D.); σ. μέγα περσέας CPHerm. 7 ii 27, cf. iii 8 (iii A.D.).
1. dood lichaam, lijk (bij Hom. steeds in deze bet.); zelden na Hom.:
2. (levend) lichaam, lijf:
3. persoon:
4. lichaam (als substantie):
5. lichaam, massa:
-ατος, τό.
A dead body, a corpse Il. 7.79=Il. 22.342: Od. 11.53, Od. 12.67, Od. 24.187.
The carcase of an animal Il. 3.23, Il. 18.161, Il. 23.169.
- 1body of men, animals, dead or alive. ἴων ξανθαῖσι καὶ παμπορφύροις ἀκτῖσι βεβρεγμένος ἁβρὸν σῶμα O. 6.56 ῥάβδον, βρότεα σώμαθʼ ᾇ κατάγει κοίλαν πρὸς ἄγυιαν θνᾳσκόντων O. 9.34 τέτρασι δʼ ἔμπετες ὑψόθεν σωμάτεσσι P. 8.82 σώματα δὲ παρὰ Κρονίδαν Κένταυρον ἀσθμαίνοντα κόμιζεν (v. l. σώματι, unde σώματι ἀσθμαίνοντι coni. Tricl.) N. 3.47 λευκανθέα σώμασι πίαναν καπνόν N. 9.23 ἀθάναται δὲ βροτοῖς ἁμέραι, σῶμα δʼ ἐστὶ θνατόν Παρθ. 1. 15. σῶμα μὲν πάντων ἕπεται θανάτῳ περισθενεῖ fr. 131. 1. “πυρὶ δʼ ὑπνόωντε σώματα” (of oxen) fr. 168. 4. dub. ]σῴμᾳτʼ ἀποφθιμένων (legit Welcker, Ambrosch: non vidit Schwartz) Θρ. 3. 5.
Strong 4983
a body.
1. Prop., of the human body,
(a) as always in Hom. (opp. to δέμας), of the dead body: Mt 27:58, 59 Mk 15:43, al.;
(b) of the living body: Lk 11:34, I Co 6:13, al.; ἐν σ. εἶναι, He 13:3; as the instrument of the soul, τὰ διὰ τοῦ σ., II Co 5:10; opp. to πνεῦμα, Ro 8:10, I Co 5:3, 7:4, Ja 2:26; to ψυχή, Mt 6:25, 10:28, Lk 12:22 (cf. Wi 1:4, al.); to τὸ π. καὶ ἡ ψ., I Th 5:23; σ. ψυχικόν, opp. to σ. πνευματικόν, I Co 15:44; ὁ ναὸς τοῦ σ. αὐτοῦ (gen.epexeg.), Jo 2:21; τὸ σ. τ. ταπεινώσεως ἡμῶν (Hebraistic "gen. of definition"; M, Pr., 73 f.; Bl., §35, 5), opp. to τὸ σ. τ. δοξῆς αὐτοῦ, Phl 3:21; similarly, τὸ σ. τ. σαρκός, Col 1:22; σ. τοῦ θανάτου (subject to death), Ro 7:24; σ. τ. ἁμαρτίας, Ro 6:6;
(c) periphr., ἀνθρώπου, then absol., σῶμα (Soph., Xen., al.), a person, and in later writers (Polyb., al.), a slave: Re 18:13 (cf. MM, i, ii, xxiv; Deiss., BS, 160).
2. Of the bodies of animals: living, Ja 3:3; dead, He 13:11 ( Ex 29:14, al.).
3. Of inanimate objects (cf. Eng. "heavenly bodies"): I Co 15:37, 38, 40 (Diod., al.).
4. Of any corporeal substance (Plat., al.): opp. to σκιά, Col 2:17. Metaph., of a number of persons united by a common bond; in NT, of the Church as the spiritual body of Christ: Ro 12:5, I Co 10:16, 17 12:13, 27, Eph 1:23, 2:16 4:4, 12, 16 5:23, 30, Col 1:18, 24 2:19 3:15; ἓν σ. κ. ἓν πνεῦμα, Eph 4:4.
- Ithe body of a man: in Hom. always the dead body, corpse, carcase, whereas the living body is δέμας.
- 2the living body, Hes., Hdt., Attic; τὸ σ. σώζειν or -εσθαι to save oneʼs life, Dem., Thuc.; ἔχειν τὸ σ. κακῶς, ὡς βέλτιστα, to be in a bad, a good state of body, Xen.
- 3body, as opp. to the soul (ψυχή), Plat., etc.; τὰ τοῦ σ. ἔργα bodily labours, Xen.; τὰ εἰς τὸ σ. τιμήματα bodily punishments, Aeschin.
- IIperiphr., ἀνθρώπου σῶμα ἄνθρωπος, Hdt.; esp. in Trag., σῶμα θηρός ὁ θήρ, Soph., etc.:—often of slaves, σ. αἰχμάλωτα Dem., etc
- IIIgenerally, a body, i. e. any material substance, Plat., etc.
- IVthe whole body or mass of a thing, ὑπὸ σώματι γῆς Aesch.; τὸ σ. τῆς πίστεως the body of the proof, Arist.
-
…δεινότεροι τοῖς ἀδικουμένοις καθεστήκασιν ἢ τοῖς παρὰ τοὺς νόμους τὰς ἀλλοτρίας καταισχύνουσι γυναῖκας. ἐγὼ γὰρ νῦν καὶ περὶ τοῦ σώματος καὶ περὶ τῶν χρημάτων καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων κινδυνεύω, ὅτι τοῖς τῆς πόλεως νόμοις ἐπειθόμην. Ἐπιτάφιος τοῖς…
Lysias, Speeches
-
…ἐκτήσαντο τὰς ψυχὰς τῇ φύσει, καὶ ἐναντίαν τὴν δόξαν τῆς προτέρας λαβοῦσαι μᾶλλον ἐκ τῶν κινδύνων ἢ ἐκ τῶν σωμάτων ἔδοξαν εἶναι γυναῖκες. μόναις δʼ αὐταῖς οὐκ ἐξεγένετο ἐκ τῶν ἡμαρτημένων μαθούσαις περὶ τῶν λοιπῶν ἄμεινον βουλεύσασθαι, οὐδʼ…
Lysias, Speeches
-
…ἢ ὅτι μάλιστα τελέαν εἶναι ; πῶς τοῦτο ἐρωτᾷς ; ὥσπερ, ἔφην ἐγώ, εἴ με ἔροιο εἰ ἐξαρκεῖ σώματι εἶναι σώματι ἢ προσδεῖταί τινος, εἴποιμʼ ἂν ὅτι παντάπασι μὲν οὖν προσδεῖται. διὰ ταῦτα καὶ ἡ τέχνη ἐστὶν…
Plato, Republic
-
…μάλιστα τελέαν εἶναι ; πῶς τοῦτο ἐρωτᾷς ; ὥσπερ, ἔφην ἐγώ, εἴ με ἔροιο εἰ ἐξαρκεῖ σώματι εἶναι σώματι ἢ προσδεῖταί τινος, εἴποιμʼ ἂν ὅτι παντάπασι μὲν οὖν προσδεῖται. διὰ ταῦτα καὶ ἡ τέχνη ἐστὶν ἡ ἰατρικὴ…
Plato, Republic
-
…τοῦ νεανίσκου ἔτυπτον ἐμέ. μάχης δὲ γενομένης, ὦ βουλή, καὶ τοῦ μειρακίου βάλλοντος αὐτοὺς καὶ περὶ τοῦ σώματος ἀμυνομένου καὶ τούτων ἡμᾶς βαλλόντων, ἔτι δὲ τυπτόντων αὐτὸν ὑπὸ τῆς μέθης καὶ ἐμοῦ ἀμυνομένου, καὶ τῶν παραγενομένων…
Lysias, Speeches
-
…ὀλίγῳ τῶν ἄλλων προαπολεῖσθαι, νικήσαντες δὲ καὶ τοὺς ἄλλους ἐλευθερώσειν. ἄνδρες δʼ ἀγαθοὶ γενόμενοι, καὶ τῶν μὲν σωμάτων ἀφειδήσαντες, ὑπὲρ δὲ τῆς ἀρετῆς οὐ φιλοψυχήσαντες, καὶ μᾶλλον τοὺς παρʼ αὑτοῖς νόμους αἰσχυνόμενοι ἢ τὸν πρὸς τοὺς…
Lysias, Speeches
-
…καὶ ποτὰ πριάμενον παρὰ τοῦ καπήλου καὶ ἐμπόρου ἔξεστιν ἐν ἄλλοις ἀγγείοις ἀποφέρειν, καὶ πρὶν δέξασθαι αὐτὰ εἰς τὸ σῶμα πιόντα ἢ φαγόντα, καταθέμενον οἴκαδε ἔξεστιν συμβουλεύσασθαι, παρακαλέσαντα τὸν ἐπαΐοντα, ὅτι τε ἐδεστέον ἢ ποτέον καὶ ὅτι…
Plato, Protagoras
-
…γένοιτο, ἢ τεκεῖν μὲν καὶ θρέψαι καὶ θάψαι τοὺς αὑτῶν, ἐν δὲ τῷ γήρᾳ ἀδυνάτους μὲν εἶναι τῷ σώματι, πασῶν δʼ ἀπεστερημένους τῶν ἐλπίδων ἀφίλους καὶ ἀπόρους γεγονέναι, ὑπὲρ δὲ τῶν αὐτῶν πρότερον ζηλοῦσθαι καὶ νῦν ἐλεεῖσθαι…
Lysias, Speeches
-
…δαρεικοὺς καὶ φιάλας ἀργυρᾶς τέτταρας, ἐδεόμην αὐτοῦ ἐφόδιά μοι δοῦναι, ὁ δʼ ἀγαπήσειν με ἔφασκεν, εἰ τὸ σῶμα σώσω. ἐξιοῦσι δʼ ἐμοὶ καὶ Πείσωνι ἐπιτυγχάνει Μηλόβιός τε καὶ Μνησιθείδης ἐκ τοῦ ἐργαστηρίου ἀπιόντες, καὶ καταλαμβάνουσι πρὸς…
Lysias, Speeches
-
…εἴποιμʼ ἂν ὅτι παντάπασι μὲν οὖν προσδεῖται. διὰ ταῦτα καὶ ἡ τέχνη ἐστὶν ἡ ἰατρικὴ νῦν ηὑρημένη, ὅτι σῶμά ἐστιν πονηρὸν καὶ οὐκ ἐξαρκεῖ αὐτῷ τοιούτῳ εἶναι. τούτῳ οὖν ὅπως ἐκπορίζῃ τὰ συμφέροντα, ἐπὶ τούτῳ παρεσκευάσθη ἡ…
Plato, Republic