Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ταυρίζω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ταΰγετον
Ταΰγετος
Ταυλάντιοι
ταύλη
ταυληρόντα
ταυλίζω
ταύρα
ταυράριος
ταυραφέτης
ταυράω
ταυρέα
Ταυρέας
Ταυρεασταί
ταυρεία
ταύρειος
Ταύρειος
ταυρειών
Ταυρειών
ταυρελάτης
ταυρέλαφος
ταυρελέφας
ταυρεόμορφος
ταύρεος
Ταυρεών
ταυρῆ
ταυρηδόν
ταυρηλάτης
ταυριανός
ταυριάω
ταυρίδιον
ταυρίζω
ταυρικός
Ταυρικός
ταυρινάδαι
ταυρίνδα
ταυρίνη
Ταύριος
Ταυρίων
ταυροβόας
ταυροβόλιον
ταυροβόλος
ταυροβόρος
ταυρογαστρικός
ταυρογάστωρ
ταυρογενής
ταυροδέτης
ταυροδέτις
ταυρόδετος
ταυροδιδαξία
ταυροδράκαινα
ταυροειδής
ταυροθηρία
ταυρόθροος
ταυροθύσια
ταυροθυτέω
ταυρόθυτος
Ταῦροι
ταυροκαθάπτης
ταυροκαθάψια
ταυροκάρηνος
ταυροκένται
…
ταυρίζω
Save
LSJ
ταυρ-ίζω,
gloss on τείνω (s.v.l.),
An.Ox.
2.417.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}