About
Menu

ταυροβόλος

ταυροβόλος, slaughtering bulls

ταυρο-βόλος, ον,
  • striking or slaughtering bulls, τελετὴ τ., = ταυροβόλιον, IG 2(2).4841.3, 11, 14.1018, 1020.

Saved

Recent