Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ταυρίνη
ταυρίνη, taurina
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ταυλίζω
ταύρα
ταυράριος
ταυραφέτης
ταυράω
ταυρέα
Ταυρέας
Ταυρεασταί
ταυρεία
ταύρειος
Ταύρειος
ταυρειών
Ταυρειών
ταυρελάτης
ταυρέλαφος
ταυρελέφας
ταυρεόμορφος
ταύρεος
Ταυρεών
ταυρῆ
ταυρηδόν
ταυρηλάτης
ταυριανός
ταυριάω
ταυρίδιον
ταυρίζω
ταυρικός
Ταυρικός
ταυρινάδαι
ταυρίνδα
ταυρίνη
Ταύριος
Ταυρίων
ταυροβόας
ταυροβόλιον
ταυροβόλος
ταυροβόρος
ταυρογαστρικός
ταυρογάστωρ
ταυρογενής
ταυροδέτης
ταυροδέτις
ταυρόδετος
ταυροδιδαξία
ταυροδράκαινα
ταυροειδής
ταυροθηρία
ταυρόθροος
ταυροθύσια
ταυροθυτέω
ταυρόθυτος
Ταῦροι
ταυροκαθάπτης
ταυροκαθάψια
ταυροκάρηνος
ταυροκένται
ταυροκέρκουρος
ταυρόκερως
ταυροκέφαλος
ταυρόκολλα
ταυρόκολλον
…
ταυρίνη
Save
ταυρίνη, taurina
LSJ
ταυρίνη [
ῑ
], ἡ,
Lat.
taurina,
a kind of shoe,
Edict.Diocl.
9.15.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}