ταυροδέτις Save Bailly 2024 Pape ταυρο·δέτις, ιδος [ῐδ] qui lie un taureau, Anth. 6, 41. Étym. τ. δέω. ταυροδέτις, ιδος, ἡ, fem. von ταυροδέτης, βύρσα Agath. 30 (VI.41).