ταώνιος
ταώνιος, of a peacock
τᾰώνιος or τᾰών-ειος, ον,
- of a peacock, πτερά Luc. VH 2.22.
ταώνιος, ον, vom Pfau, Luc. V.H. 2.22, v.l. ταώνειος.
ταώνιος
τᾰώνιος, or -ειος, ον,
- of a peacock, Luc. from ταώς