ταχυφθίμενος
ταχυφθίμενος, quickly perishing, short-lived
τᾰχῠ-φθίμενος [ῐ], η, ον,
- quickly perishing, short-lived, ἥβη Nonn. D. 7.31; ἀνεμώνη ib. 11.237.