ταχυστροφάλιγξ
ταχυστροφάλιγξ, quickly turning
τᾰχυ-στροφάλιγξ [φᾰ], ιγγος,
- quickly turning, χορείη Nonn. D. 45.273, cf. 48.165.
ταχυστροφάλιγξ, ιγγος, mit schnellem Wirbel, Nonn. D. 45.273.