Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ταὐτόνοια
ταὐτόνοια, identity of meaning
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ταυτηΐ
ταύτης
ταυτί
ταὐτίζω
ταὐτό
ταὐτόαιμος
ταὐτοβουλία
ταὐτόγε
ταὐτογενής
ταὐτογραφέω
ταὐτόδοξος
ταὐτοδυναμέω
ταὐτοδύναμος
ταὐτοειδής
ταὐτοέπεια
ταὐτοεπέω
ταὐτοεργέω
ταὐτοεργία
ταὐτόζηλος
ταὐτοθελής
ταὐτοῖος
ταὐτοκλινής
ταὐτολογέω
ταὐτολόγημα
ταὐτολογία
ταὐτολογικῶς
ταὐτολόγος
ταὐτόματον
ταὐτομήκης
ταὐτόν
ταὐτόνοια
ταὐτόνομος
ταὐτόομαι
ταὐτοπάθεια
ταὐτοπαθής
ταὐτοποδία
ταὐτοποιέω
ταὐτοποιός
ταὐτοπολυλογέω
ταὐτός
ταὐτοσήμαντος
ταὐτόσημος
ταὐτοσθενής
ταὐτόσπορος
ταὐτοσυλλαβέω
ταὐτότης
ταυτότης
ταὐτοφανής
ταὐτοφωνία
ταὐτόφωνος
ταὐτόω
ταὔτωμα
ταὐτώνυμος
Ταύχειρα
ταφαιών
τἀφανῆ
τάφε
τάφειμα
ταφεῖν
ταφεῖος
ταφείς
…
ταὐτόνοια
Save
ταὐτόνοια, identity of meaning
LSJ
ταὐτό-νοια, ἡ,
identity of meaning,
Eust.
1530.21.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}