Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ταύτης
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ταυροσφάγος
ταυροτενής
ταυροφάγος
ταυροφανής
ταυρόφθαλμος
ταυρόφθογγος
ταυροφθόγγος
ταυροφόνος
ταυροφόρος
ταυρόφορος
ταυροφυής
ταυροχόλια
ταυρόω
Ταυρώ
ταυρώδης
Ταυρών
ταυρῶπις
ταυρωπός
ταυρωτικός
ταυρώψ
ταΰς
ταῦς
ταΰσιμος
ταΰσιος
ταῦτα
ταύτᾳ
ταὐτά
ταὐτάζω
ταύτῃ
ταυτηΐ
ταύτης
ταυτί
ταὐτίζω
ταὐτό
ταὐτόαιμος
ταὐτοβουλία
ταὐτόγε
ταὐτογενής
ταὐτογραφέω
ταὐτόδοξος
ταὐτοδυναμέω
ταὐτοδύναμος
ταὐτοειδής
ταὐτοέπεια
ταὐτοεπέω
ταὐτοεργέω
ταὐτοεργία
ταὐτόζηλος
ταὐτοθελής
ταὐτοῖος
ταὐτοκλινής
ταὐτολογέω
ταὐτολόγημα
ταὐτολογία
ταὐτολογικῶς
ταὐτολόγος
ταὐτόματον
ταὐτομήκης
ταὐτόν
ταὐτόνοια
ταὐτόνομος
…
ταύτης
Save
Bailly 2024
ταύτης,
gén. fém. de
οὗτος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}