Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τάφειμα
τάφειμα, tomb
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ταὐτόματον
ταὐτομήκης
ταὐτόν
ταὐτόνοια
ταὐτόνομος
ταὐτόομαι
ταὐτοπάθεια
ταὐτοπαθής
ταὐτοποδία
ταὐτοποιέω
ταὐτοποιός
ταὐτοπολυλογέω
ταὐτός
ταὐτοσήμαντος
ταὐτόσημος
ταὐτοσθενής
ταὐτόσπορος
ταὐτοσυλλαβέω
ταὐτότης
ταυτότης
ταὐτοφανής
ταὐτοφωνία
ταὐτόφωνος
ταὐτόω
ταὔτωμα
ταὐτώνυμος
Ταύχειρα
ταφαιών
τἀφανῆ
τάφε
τάφειμα
ταφεῖν
ταφεῖος
ταφείς
ταφεύς
ταφεών
ταφή
ταφήϊος
ταφικόν
Τάφιοι
τάφιος
Τάφιος
τἀφόδια
ταφοειδής
τάφος
Τάφος
Ταφόσιρις
ταφρεία
τάφρευμα
τάφρευσις
ταφρευτής
ταφρεύω
τάφρη
ταφροβολέω
ταφροειδής
ταφροποιέω
τάφρος
Τάφρος
ταφρώδης
ταφρωρύχος
τάφρωσις
…
τάφειμα
Save
τάφειμα, tomb
LSJ
τάφ-ειμα [
ᾰ
], ατος, τό,
tomb,
IGRom.
3.1381 (Arabia, prob. ii A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}