τεθριπποβάμων
τεθριπποβάμων, with four horses
τεθριππο-βάμων [ᾱ], ονος, ὁ, = sq., τ. στόλος,
- = τέθριππον, E. Or. 989 (lyr.).
τεθριππο·βάμων, ονος (ὁ, ἡ) [ᾱ] c. le suiv. Eur. Or. 988.
τεθριπποβάμων, ονος, ὁ, = τεθριπποβάτης, στόλος, Eur. Or. 990.
τεθριπποβάμων
- τ. στόλος, τέθριππον, Eur.