τεσσαρακοντάρουρος
τεσσαρακοντάρουρος, tenant of forty
τεσσᾰρᾰκοντ-άρουρος [ᾰρ], ον,
- tenant of forty ἄρουραι, PCair.Zen. 1.6 (iii B.C.), PTeb. 441 (i A.D.).