τεσσαρακαιεικοσίπους
τεσσαρακαιεικοσίπους, twenty-four feet long
τεσσᾰρᾰκαι-εικοσίπους [σῐ], πουν, gen. ποδος, in form τεττ-,
- twenty-four feet long, IG 1(2).373.62.
τεσσαρακαιεικοσίπους, twenty-four feet long