τεσσαρακαίδεκα
τεσσᾰρᾰκαίδεκα, v. τεσσαρεσκαίδεκα.
τεσσαρακαίδεκα, v. τεσσαρεσκαίδεκα.
τεσσαρακαίδεκα, οἱ, αἱ, τά, vierzehn ; ἐλευθέρους, Xen. Mem. 2.7.2 ; Folgde : gen. auch τεσσαρωνκαίδεκα, doch gebräuchlicher ist τεσσαρεσκαίδεκα.