τεσσαρακονταετής
τεσσαρακονταετής, forty years old
τεσσᾰρᾰκοντᾰ-ετής, ές,
- forty years old, Hes. Op. 441; τ. χρόνος Act.Ap. 7.23, 13.18; ἡλικία Sor. 1.34:—Att. fem. τεττᾰρᾰκοντᾰέτις, ιδος, Pl. R. 460e: masc.also τεσσᾰρᾰκοντούτης, Gal. 15.504, M.Ant. 11.1, (τεττ-) Luc. Herm. 13.
τεσσαρακοντα·ετής, ής, ές [ᾰᾰᾰ] de quarante ans, Hés. O. 439.
Étym. τ. ἔτος.
τεσσαρακονταετής, ές, vierzigjährig, Hes. O. 443.
τεσσαρακονταετής
τεσσᾰρακοντᾰ-ετής, ές
ἔτος
- forty years old, Hes.:— Attic fem. τετταρακονταετίς, ίδος, Plat.