τεττιγώδης
τεττιγώδης, like a τέττιξ
τεττῑγώδης, ες,
- like a τέττιξ, Luc. Bacch. 7.
τεττιγώδης, ης, ες [ῑ] qui ressemble à une cigale, Luc. Bacch. 7.
Étym. τέττιξ, -ωδης.
τεττιγώδης, [ῑ], ες, von der Art od. Gestalt der Zikaden, zikadenartig, Luc. Bacch. 7.
τεττιγώδης
τεττῑγ-ώδης, ες
εἶδος
- like a τέττιξ, Luc.