τετρωκοντάλιτρος
τετρωκοντάλιτρος, weighing forty
τετρωκοντάλῑτρος [ᾰ], ον,
- weighing forty λῖτραι, πέδαι Dinol. 4 (τετταρακ- codd., corr. Ahrens).
τετρωκοντάλιτρος, weighing forty