τετρώρυγος
τετρώρυγος, of four fathoms (ca. 24 feet)
τετρ-ώρῠγος, ον,
- = τετρόργυιος, X. Cyn. 2.5; cf. δι-, δεκ-ώρυγος.
τετρ·ώρυγος, ος, ον [ῠ] c. τετρόργυιος, Xén. Cyn. 2, 5.
τετρώρυγος
τετρ-ώρυγος, ον,
= τετρόργυιος, Xen.