About Report a problem

Menu

τετρώρυγος

τετρώρυγος, of four fathoms (ca. 24 feet)

τετρ-ώρῠγος, ον,
  • = τετρόργυιος, X. Cyn. 2.5; cf. δι-, δεκ-ώρυγος.

Saved

Recent