τετρώριστος
τετρώριστος, ον,
- = τετράορος, S. Fr. 958 codd. Str. (leg. τετραόρῳ).
τετρώριστος, ος, ον, c. τέτρωρος, Soph. fr. 781.
τετρώριστος, = τέτρωρος, τετράορος, Soph. frg. 291, δίφρος.