τιθηνητήριος
τιθηνητήριος, nursing
τῐθην-ητήριος, α, ον,
- nursing, οὖθαρ AP 9.1 (Polyaen.).
τιθηνητήριος, α, ον [τῐ] nourricier, Anth. 9, 1.
Étym. v. le préc.
τιθηνητήριος, wartend, nährend, οὖθαρ, Polyaen. 4 (IX.1).
τιθηνητήριος
from τῐθηνητήρ
τῐθηνητήριος, α, ον
- nursing, Anth.