τιθευτήρ Save Bailly 2024 Pape τιθευτήρ, ῆρος, (ὁ) [ῐ] nourricier, Sib. Étym. *τιθεύω. τιθευτήρ, ῆρος, ὁ, = τιθηνός, Or.Sib.